Μετάβαση στο περιεχόμενο

κύμα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : κῦμα

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κύμα τα κύματα
      γενική του κύματος των κυμάτων
    αιτιατική το κύμα τα κύματα
     κλητική κύμα κύματα
Κατηγορία όπως «κύμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κύμα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κῦμα < πρωτοελληνική *kūmə < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱewh₁- (φουσκώνω)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈci.ma/
τυπογραφικός συλλαβισμός : κύ‐μα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
κύματα που χτυπούν πάνω σε βράχια

κύμα ουδέτερο

  1. η μάζα νερού η οποία ανυψώνεται και χαμηλώνει σε συνεχείς, διαδοχικούς σχηματισμούς στην επιφάνεια της θάλασσας, μιας λίμνης κ.λπ. από την επίδραση δυνατού ανέμου ή άλλου παράγοντα
    ※  19ος/20ός αιώνας ⌘ Πηνελόπη Δέλτα, 1874‑1941 Η ζωή του Χριστού, ΙΣΤ'. Παραβολές, αρχική έκδοση: Τυπογραφείο της Εστίας, Αθήνα 1925.
    Από τα χιονισμένα κορφοβούνια του Λιβάνου και του Ερμών, κατεβαίνουν οι άνεμοι, σουρώνουν στις ρεματιές και στα λιβάδια, χύνονται ξεμανιασμένοι στα ήσυχα νερά της λίμνης, και, από τη μια στιγμή στην άλλη, σηκώνουν κύματα άγρια, τέτοια που συχνά πνίγουν τα καραβάκια, ψαροκάικα τα περισσότερα, που βρίσκουνται στ' ανοιχτά.
    ※  Το θολό φινιστρίνι καδράριζε το γκρίζο περίγραμμα της στεριάς που ξεμύτιζε πέρα στον ορίζοντα με την μπλε λωρίδα να έρχεται και να φεύγει, μέχρι που το πελώριο κύμα θρυμμάτισε την εικόνα, την εξαφάνισε πίσω από το ανεμοβρόχι. (Μαίρη Βασάλου, Η πόρτα: μυθιστόρημα, εκδ. Καστανιώτη, 2001, σελ. 347)
    ※  Δεν είναι λίγοι και αυτοί που διασχίζουν θάλασσες ταμένοι από καιρό, αδιαφορώντας αν θα φιλά την πρύμνη του κακόβουλο το κύμα ή αν μέσα στ'άρμενα τ'αγέρι το σφοδρό δεν πνέει πρίμα, γιατί πιστεύουν δυνατά πως ο Άγιος που τους τραβά έχει τη δύναμη και τα στοιχειά τα φυσικά σαν τις ψυχές να γαληνεύει. (Ευστράτιος Δήσσος, Το Ιστορικό και τα Θαύματα του Ταξιάρχη Μανταμάδου, 2019)
  2. (συνεκδοχικά) στην ακρογιαλιά
    παράδειγμα  χτίζει σπίτι πάνω στο κύμα
  3. οτιδήποτε μοιάζει με το κύμα στη μορφή ή την κίνηση
    παράδειγμα  κύματα λάβας / άμμου / ανθρώπων / πιθανοτήτων
  4. (μεταφορικά) κάθε φαινόμενο ή τάση στη φύση ή την κοινωνία που εκδηλώνεται μαζικά και με ένταση
    παράδειγμα  κύματα ενθουσιασμού / βίας / ιδιωτικοποιήσεων / μετανάστευσης
  5. (φυσική) κινούμενη διαταραχή της ενεργειακής στάθμης ενός πεδίου

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]