Μετάβαση στο περιεχόμενο

kolo

Από Βικιλεξικό

Κατωιταλικά (grk-ita)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
kolo < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κῶλος < αρχαία ελληνική κῶλον

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

kolo (kòlo)

  • AIS: Sprach- und Sachatlas Italiens und der Südschweiz [Γλωσσολογικός και εθνολογικός χάρτης της Ιταλίας και της νότιας Ελβετίας], χάρτης 136 (culo [il culo), περιοχή 792], στην ιστοσελίδα navigais-web.pd.istc.cnr.it.



Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
kolo < kol + -o

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

kolo (eo)


Κροατικά (hr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
ονομαστική kȍlo kȍla
γενική kȍla kôlā
δοτική kȍlu kȍlima
αιτιατική kȍlo kȍla
κλητική kȍlo kȍla
τοπική kȍlu kȍlima
οργανική kȍlom kȍlima

kolo (hr)


Μπαμπάρα (bm)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

kolo


Τσεχικά (cs)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ⓘ 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

kolo (cs) ουδέτερο

  1. η ρόδα
  2. το ποδήλατο
  3. ο γύρος (ολοκληρωμένη φάση μιας διαδικασίας)

Φινλανδικά (fi)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

kolo (fi)