kolo
Εμφάνιση
Κατωιταλικά (grk-ita)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- kolo < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κῶλος < αρχαία ελληνική κῶλον
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]kolo (kòlo)
Πηγές
[επεξεργασία]- AIS: Sprach- und Sachatlas Italiens und der Südschweiz [Γλωσσολογικός και εθνολογικός χάρτης της Ιταλίας και της νότιας Ελβετίας], χάρτης 136 (culo [il culo), περιοχή 792], στην ιστοσελίδα navigais-web.pd.istc.cnr.it.
- kòlo Vocabolario σελ.282 - Στέφανος Λαμπρινός. Stephanos Lambrinos. (1994) Il dialetto greco Salentino nelle poesie locali. [Η ελληνική διάλεκτος του Σαλέντο στην τοπική ποίηση.] (στα ιταλικά) Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Φιλοσοφική Σχολή. Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας. Tübingen. DOI.10.12681/eadd/9045 (συντομογραφίες · κανόνες · σημειώσεις · ΔEITE)
Εσπεράντο (eo)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]kolo (eo)
Κροατικά (hr)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός | |
|---|---|---|
| ονομαστική | kȍlo | kȍla |
| γενική | kȍla | kôlā |
| δοτική | kȍlu | kȍlima |
| αιτιατική | kȍlo | kȍla |
| κλητική | kȍlo | kȍla |
| τοπική | kȍlu | kȍlima |
| οργανική | kȍlom | kȍlima |
kolo (hr)
Μπαμπάρα (bm)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]kolo
- το κόκαλο
Τσεχικά (cs)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]kolo (cs) ουδέτερο
Φινλανδικά (fi)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]kolo (fi)
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (κατωιταλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (κατωιταλικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (κατωιταλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (κατωιταλικά)
- Κατωιταλικά
- Ουσιαστικά (κατωιταλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ανατομία (κατωιταλικά)
- Ανθρώπινο σώμα (κατωιταλικά)
- Γλώσσα εσπεράντο
- Ουσιαστικά (εσπεράντο)
- Αντίστροφο λεξικό (εσπεράντο)
- Κροατική γλώσσα
- Ουσιαστικά (κροατικά)
- Γλώσσα μπαμπάρα
- Ουσιαστικά (μπαμπάρα)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (τσεχικά)
- Τσεχική γλώσσα
- Ουσιαστικά (τσεχικά)
- Φινλανδική γλώσσα
- Ουσιαστικά (φινλανδικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)