Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος – Ἐθνάρχης

«Κράτα γερὰ μέσα σου τὰ ζώπυρα τῆς πίστεως ποὺ παρέλαβες ἀπὸ τοὺς γονεῖς σου. Ἡ Ἑλλάδα εἶναι ἡ χώρα τῶν μεγάλων ἀγώνων γιὰ τὴν κατίσχυση τῶν μεγάλων ἰδανικῶν. Μὴ ἀφήσεις τὴ χώρα σου νὰ χάσει τὸ χαρακτήρα της καὶ νὰ μετατραπεῖ σὲ μάζα ἀνθρώπων, χωρὶς συνείδηση, χωρὶς ἐθνικότητα καὶ χωρὶς ταυτότητα. Μέσα σ’αὐτὴ τὴ μάζα κινδυνευεῖς νὰ γίνεις ἕνα νούμερο, ἕνας ἀριθμός, νὰ χάσεις τὴν ἐλευθερία τῆς προσωπικότητάς σου. Ἀδελφοί, μείνατε ἑδραῖοι καὶ ἀμετακίνητοι σὲ ὅσα μάθατε καὶ σὲ ὅσα ἐπιστώθητε. Μείνατε σταθεροὶ στὴν πίστη καὶ στὰ ἰδανικά του Γένους. Αὐτὸ εἶναι τὸ χρέος μας.»






Κυριακή 19 Δεκεμβρίου 2010

Οἱ ἀνίκητοι Σπαρτιάτες



Ἀποτελοῦν ἀκόμα καὶ σήμερα ἀντικείμενο θαυμασμοῦ, γιὰ τοὺς ρομαντικοὺς μελετητὲς τῆς ἱστορίας, ἀλλὰ καὶ τοὺς στρατιωτικοὺς ἀναλυτές, οἱ «θρυλικοί» Σπαρτιάτες ὁπλίτες. Ἕνας στρατός, ποὺ στὴν περίοδο τῆς ἀκμῆς τοῦ ἦταν ἀήττητος ἀπὸ ὁποιονδήποτε ἀντίπαλο σὲ δύση καὶ ἀνατολή.

Ἀπαρχὲς – Ὀργάνωση – Σύνθεση. Τὸ σπαρτιατικὸ κράτος δημιουργήθηκε στὴν κοιλάδα τοῦ Εὐρώτα, τοὺς «σκοτεινοὺς αἰῶνες» 11ος – 9ος αἰώνας π.Χ. Οἱ 2.000 Δωριεῖς - Ἡρακλεῖδες πολεμιστὲς ποὺ ἔφθασαν ἀπὸ τὸν βορρᾶ (ἡ περίφημη «κάθοδος») ἀγωνίστηκαν σκληρὰ γιὰ νὰ ἐπικρατήσουν. Εἶχαν ὡς ἀντιπάλους μερικοὺς ἀπὸ τοὺς πιὸ ἀξιόλογους πολεμιστὲς ἐκείνης τῆς ἐποχῆς. Τοὺς Ἀχαιοὺς γηγενεῖς κατοίκους τῆς Λακωνικῆς, τοὺς Μεσσήνιους «ἄσπονδους» γείτονες καὶ ὁμόφυλούς τους, τοὺς Ἀργείους ἐπίσης ἰδίας καταγωγῆς. Ὁ ἀγώνας τοὺς ἦταν δύσκολος. Οἱ ἡττημένοι ἀντίπαλοί τους εἴτε ὑποδουλώθηκαν, δηλαδὴ ἔγιναν εἵλωτες – ἰδιοκτησία τοῦ κράτους, εἴτε κατὰ τοὺς πρώτους αὐτοὺς αἰῶνες ἐνσωματώθηκαν στὴν σπαρτιατικὴ πολιτεία. Ὁ Ἀριστοτέλης μας πληροφορεῖ ὅτι τὴν πρώιμη αὐτὴ περίοδο, ὅπου σημειωτέον οἱ ἱστορικὲς γνώσεις μας δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς, πράγμα συχνὸ γιὰ τὴν μυστικοπαθῆ Λακεδαιμονίων Πολιτεία, ὑπῆρχαν στὴν Λακεδαίμονα 10.000 πολίτες. Ἀργότερα, κατὰ τὸν 8ο π.Χ. αἰώνα, ὅπου φέρεται νὰ ἔζησε ὁ «θρυλικός» νομοθέτης τοὺς ὁ Λυκοῦργος, οἱ πολίτες τῆς ἦταν 9.000, ὅσοι καὶ οἱ κλῆροι στοὺς ὁποίους χωρίστηκε ἡ γῆ τοὺς (Πλούταρχος). Αὐτοὶ οἱ πολίτες ἦταν οἱ Ὅμοιοι. Ἡ σκληρὴ καὶ ἀπαράμιλλη ἐκπαίδευσή τους, τοὺς ἔκανε ἀήττητους στὸ πεδίο τῆς μάχης γιὰ περίπου 4 αἰῶνες. Ἐκείνη τὴν πρώιμη ἀρχαϊκὴ περίοδο, ἀναπτύχθηκε στὶς ἀνεξάρτητες πόλεις – κράτη ἕνα νέο εἶδος πολέμου, ὁ ὀπλιτικὸς πόλεμος. Βασιζόμενες στὴν πυκνὴ διάταξη, ποὺ ἦταν γνωστὴ ἀκόμη καὶ στὰ ἔπη τοῦ Ὁμήρου, τὴν χρήση τῆς μεγάλης «ἀργολικῆς» ἀσπίδας γνωστότερης ὡς «ὅπλον», καθὼς καὶ τὴν ἐξαιρετικὴ ἐκπαίδευση καὶ φυσικὴ κατάσταση τῶν πολιτῶν, οἱ πόλεις-κράτη ὑπεράσπιζαν τὴν ἀνεξαρτησία τους, μέσω τῆς ὀπλιτικῆς φάλαγγος. Ἡ φάλαγξ, πυκνὸς σχηματισμὸς πεζῶν, δρώντας σὰν ἕνα σῶμα, ἐπέτρεπε σὲ μικρότερους ἀριθμητικὰ στρατοὺς νὰ ἀντιμετωπίζουν ἐπιτυχῶς τὶς μάχες. Ἡ φάλαγξ, ἔσωσε τὸν ἑλληνικὸ κόσμο κατὰ τὴν βάρβαρη περσικὴ εἰσβολὴ τῶν ἀρχῶν τοῦ 5ου αἰώνα π.Χ. Στὴν Σπάρτη, ἡ φάλαγξ ἔφτασε στὸ ἀπόγειό της. Ἦταν ἡ φάλαγξ τῶν Ὁμοίων. Οἱ πληροφορίες γιὰ τῶν ἀριθμὸ τῶν Ὁμοίων ποὺ παρατάσσονταν στὴν μάχη εἶναι συνήθως συγκεχυμένος. Ὁ μεγαλύτερος ἀριθμὸς ποὺ ἔχει καταγραφεῖ εἶναι οἱ 5.000 στὴν μάχη τῶν Πλαταιῶν (479 π.Χ.). Δεδομένων τῶν ἀπωλειῶν ποὺ ὑπῆρξαν στὶς Θερμοπύλες, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι στὴν Σπάρτη ἔμεναν πάντα ἱκανὲς ἐφεδρεῖες γιὰ τὴν ἀποτροπὴ εἰλωτικὴς ἐξέγερσης, φαίνεται ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν Ὁμοίων στὶς ἀρχὲς τοῦ 5ου αἰώνα π.Χ. δὲν εἶχε ἐλαττωθεῖ. Φαντάζει ἀρκετὰ πιθανὸ νὰ ὑπῆρχαν στὴν πόλη – στρατόπεδο, περισσότεροι ἀπὸ 8.000 ἑτοιμοπόλεμοι ὑπερασπιστές της.

Ἀλλὰ ὁ σπαρτιατικὸς στρατὸς δὲν ἀποτελεῖτο μόνο ἀπὸ τοὺς Ὁμοίους. Στὸ σπαρτιατικὸ κράτος ὑπῆρχαν καὶ οἱ Περίοικοι, ἐλεύθεροι κάτοικοι τῆς ὀρεινῆς καὶ παράλιας Λακωνίας, μὲ περιορισμένα δικαιώματα, αὐτοδιοικούμενοι ἀλλὰ πάντοτε κάτω ἀπὸ τὴν ἐξουσία τῶν Ὁμοίων, ἀσχολούμενοι κυρίως μὲ τὴν γεωργία, τὴν κτηνοτροφία, τὴν ἁλιεία, τὴν βιοτεχνία καὶ τὸ ἐμπόριο, ποὺ ἀκολουθοῦσαν τοὺς Ὁμοίους στὶς ἐκστρατεῖες. Ὁ ἀριθμὸς τῶν ἄρρενων Περιοίκων, τὴν ἐποχὴ τῆς ἀκμῆς τῆς Σπάρτης, ὑπολογίζεται σὲ 30.000 (σύμφωνα πάντα μὲ τὶς πηγές). Βεβαίως στὶς ἐκστρατεῖες συμμετεῖχε μόνον ἕνα μέρος αὐτῶν.

Ρόλο στὸν στρατὸ τῶν Λακεδαιμονίων εἶχαν καὶ οἱ Εἵλωτες, ὡς βοηθητικοὶ ὅμως. Ἀργότερα, τὴν ἐποχὴ ποὺ ἡ Σπάρτη παρακμάζει πληθυσμιακὰ καὶ ὁ στρατὸς τῶν Ὁμοίων γνωρίζει δραματικὴ μείωση, Εἵλωτες προερχόμενοι ἀπὸ τὴν Λακωνία, μὲ αὐστηρὰ προφανῶς κριτήρια, ἐπιλέγονται ὡς ὁπλίτες (Βρασίδειοι καὶ Νεοδαμώδεις). Ὁ ἀριθμὸς τοὺς ὑπολογίζεται ἀπὸ 40 ἕως 50 χιλιάδες τὴν ἐποχὴ τῆς ἀκμῆς τῆς Σπάρτης (ἐννοοῦνται οἱ ἄρρενες).

Ἡ ἐποχὴ τῆς ἀκμῆς. Τὸ κράτος τῶν Λακεδαιμονίων ἔφθασε στὴν μεγαλύτερη ἔκτασή του ἀπὸ τὸ 547 π.Χ. μέχρι τὸ 370 π.Χ. Περίπου 8.400 τ.χιλ, δηλαδὴ τὰ 2/5 τῆς Πελοποννήσου, ἀποτελοῦσαν τὴν ἐπικράτειά τους. Βέβαια, μέσω τῆς Πελοποννησιακῆς Συμμαχίας, ἤλεγχαν μία ἔκταση 20.000 τ.χιλ καὶ περίπου 800.000 – 900.000 κατοίκους. Πόσος ἦταν τελικὰ ὁ πληθυσμὸς τῆς σπαρτιατικῆς πολιτείας; Μὲ βάση τὰ στοιχεῖα τῶν ἀρχαίων συγγραφέων, ἀλλὰ καὶ τὴν πληθυσμιακὴ κατανομὴ τῆς νοτίου Ἑλλάδος (40 κάτοικοι ἀνὰ τ.χίλ, ἐνῶ στὶς περιοχὲς τοῦ βορείου ἑλληνισμοῦ, δηλαδὴ τὴν Ἤπειρο, τὴν Θεσσαλία, τὴν Μακεδονία καὶ τὴν Θράκη, ἡ πληθυσμιακὴ πυκνότητα ἦταν σαφῶς μικρότερη), ὁ πληθυσμὸς τοὺς πρέπει νὰ ἦταν 320.000 ἕως 340.000. Πάντα μιλᾶμε γιὰ τὴν περίοδο πληθυσμιακῆς ἀκμῆς (547 – 464). Διότι τὸ 464 π.Χ. συνέβη ὁ καταστροφικὸς σεισμός, ποὺ σύμφωνα μὲ τὶς πηγὲς προκάλεσε τὸν θάνατο περισσοτέρων ἀπὸ 20.000 ἀτόμων. Ἀμέσως ξέσπασε εἰλωτικὴ ἐπανάσταση, γνωστὸς καὶ ὡς γ΄μεσσηνιακὸς πόλεμος, ὁ ὁποῖος αὔξησε καὶ ἄλλο τὰ θύματα. Ὁ πληθυσμὸς τῆς Λακωνικῆς, σίγουρα ἔπεσε κάτω ἀπὸ τὶς 300.000, ἴσως ἔφτασε καὶ τὶς 250.000 ἂν συνυπολογίσουμε τοὺς Μεσσήνιους ποὺ ἀποχώρησαν μὲ τὶς οἰκογένειές τους γιὰ τὴν Ναύπακτο, χωρὶς ποτὲ νὰ ἀνακάμψει. Οἱ ἐπακόλουθες συγκρούσεις καὶ οἱ ἀνταγωνισμοὶ μὲ τὴν Ἀθήνα, καθὼς καὶ ὁ καταστροφικὸς γιὰ τὸν ἑλληνισμὸ Πελοποννησιακὸς Πόλεμος, προκάλεσε περαιτέρω δημογραφικὴ συρρίκνωση.

Ἡ παρακμὴ καὶ τὰ αἴτιά της. Ὁ ἀριθμὸς τῶν Ὁμοίων μὲ τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου ἐλαττωνόταν. Ἀπὸ τὸ 464 π.Χ. καὶ μετά, ἡ Σπάρτη δὲν εἶχε πλέον 8 μὲ 9 χιλιάδες ἄριστους πολεμιστές, ἀλλὰ τοὺς μισοὺς ἢ καὶ λιγότερους. Ὁ Πελοποννησιακὸς Πόλεμος μεγάλωσε τὶς ἀπώλειες. Ἡ στρατηγικὴ ἰδιοφυία τοῦ Βρασίδα, τοῦ Λυσάνδρου ἢ τοῦ Ἀγησιλάου δὲν ἀπέτρεψε τελικὰ τὸ μοιραῖο, ποὺ ἦρθε λίγες δεκαετίες ἀργότερα, τὸ 371 π.Χ. στὰ Λεύκτρα.

Ἕνα θέμα πρὸς συζήτηση εἶναι τί γινόταν μὲ τοὺς δευτερότοκους ἢ τριτότοκους γιοὺς τῶν Ὁμοίων. Ὁ κλῆρος πέρναγε στὸν πρωτότοκο, ὁπότε λογικὰ αὐτοὶ πέρναγαν στὴν κατηγορία τῶν Ὑπομειόνων, δηλαδὴ πολιτῶν 2ης κατηγορίας. Σὲ αὐτὴ τὴν κατηγορία ὑπάγονταν καὶ ὅσοι Ὅμοιοι ἀδυνατοῦσαν νὰ συμμετάσχουν στὰ φιδίτια (τὰ κοινὰ συσσίτια), ἕνας ἀριθμὸς ποὺ αὐξανόταν μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου. Στὸν πόλεμο, οἱ Ὑπομείονες μᾶλλον τάσσονταν στὴν φάλαγγα τῶν Περιοίκων, ὅταν συμμετεῖχαν στὴν μάχη, αὐξάνοντας ἔτσι τὴν μαχητική της ἀξία. Πόσοι ἦταν ὅμως; Τὸ σύνολο τῶν Ὁμοίων καὶ Ὑπομειόνων, δηλαδὴ τῶν ἀπογόνων τῶν πρώτων Δωριέων ποὺ κατέφτασαν στὴν κοιλάδα τοῦ Εὐρώτα σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, πρέπει νὰ ἄγγιζε τὶς 40.000 μαζὶ μὲ τὶς οἰκογένειές τους. Ὅσο λοιπὸν ἐλαττωνόταν ὁ ἀριθμὸς τῶν Ὁμοίων τόσο αὐξανόταν ὁ ἀριθμὸς τῶν Ὑπομειόνων, πάντα μέσα στὰ πλαίσια τὴν δημογραφικῆς συρρίκνωσης τῆς Σπάρτης.

Τί γινόταν μὲ τοὺς κλήρους τῶν Ὁμοίων ποῦ ἔχαναν τὰ πολιτικὰ τοὺς δικαιώματα; Ἀπὸ τὶς πηγὲς προκύπτει ὅτι οἱ κλῆροι αὐτοὶ πέρναγαν στὰ χέρια πλουσιότερων Ὁμοίων, μὲ ἀποτέλεσμα τὸν 3ο αἰώνα π.Χ., λίγες δεκάδες Ὁμοίων νὰ ἐλέγχουν τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς γῆς.

Ἕνα ἄλλο στοιχεῖο ποὺ ὁδήγησε στὴν πτώση ἦταν ἕνας νόμος ποὺ χρεώνεται στὸ ἔφορο Ἐπιταδέα, σύμφωνα μὲ τὸν ὁποῖο ὁ κλῆρος ἀπὸ τὸν Ὅμοιο πατέρα μπορεῖ νὰ περάσει στὴν κόρη καὶ ὄχι ἀπαραίτητα στὸν γιό, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπῆρχε γιός. Αὐτὸ ὑπολογίζεται ὅτι ἔγινε πρὸς τὸ τέλος τοῦ 5ου ἣ τὶς ἀρχὲς τοῦ 4ου αἰώνα. Ἔτσι τελικὰ ἡ Σπάρτη ἔγινε μία πολιτεία μὲ πλούσιες νύφες, ἀλλὰ χωρὶς ὑπερασπιστές.

Τὸ τέλος. Μετὰ τὶς ἧττες τοῦ 371 καὶ τοῦ 362 π.Χ. ἀπὸ τοὺς Θηβαίους τῶν Ἐπαμεινώνδα καὶ Πελοπίδα, ἡ Σπάρτη περνάει στὸ παρασκήνιο. Τελευταία ἀναλαμπή, τὸ δεύτερο μισό του 3ου αἰώνα (250-220 π.Χ.), ὅπου οἱ μεταρρυθμιστὲς βασιλεῖς Ἅγις καὶ Κλεομένης, προσπάθησαν νὰ ἀνασυστήσουν τὸν ἀνίκητο στρατὸ τῶν Ὁμοίων καὶ νὰ ἀναστήσουν τὸ κλέος τῆς Σπάρτης. Παρὰ τὶς ἀρχικὲς ἐπιτυχίες, τοῦ Κλεομένους, οἱ ἱστορικὲς συγκυρίες δὲν τὸν βοήθησαν. Δημιούργησε ξανὰ μιὰ συμπαγῆ φάλαγγα, ἀποτελούμενη πλέον ἀπὸ σαρισσοφόρους, ἀπελευθέρωσε Εἵλωτες, ἔδωσε ξανὰ ἱκανὸ μέγεθος στὸν ξεψυχισμένο στρατὸ τῆς πάλαι ποτὲ ἡγεμόνιδος πολιτείας, ἀλλὰ οἱ μεγάλες δυνάμεις τῆς ἐποχῆς ἐμπόδισαν τὴν περαιτέρω ἐνδυνάμωση. Στὴν Σελλασία τὸ 222 π.Χ, ὁ ἑνωμένος στρατὸς Μακεδόνων καὶ Ἀχαϊκῆς Συμπολιτείας, ἔσβησε τὸ ὄνειρο τῆς ἀνάκαμψης. Ἦταν τὸ κύκνειο ἄσμα τοῦ θρυλικοῦ στρατοῦ τῶν Λακεδαιμονίων, παρὰ τὶς νέες προσπάθειες νὰ ἀνασυγκροτηθεῖ στὶς δεκαετίες ποὺ ἀκολούθησαν. Ἦταν ἀργὰ γιὰ μεταρρυθμίσεις. Αὐτὲς ἔπρεπε νὰ γίνουν 150 χρόνια νωρίτερα.

Κατὰ τὸν Ἀριστοτέλη, ἡ χώρα τῶν Λακεδαιμονίων ἦταν ἱκανὴ νὰ δώσει 30.000 πεζοὺς καὶ 1.500 ἱππεῖς. Ὅσον ἀφορᾶ τὸ ἱππικό, αὐτὸ ποτὲ δὲν ἀναπτύχθηκε σὲ μία χώρα ποὺ προτιμοῦσαν τὸν «ἠρωϊκό», πεζὸ τρόπο μάχης. Ἄλλωστε στὴν νότιο Ἑλλάδα, μὲ ἐξαίρεση τὴν πεδινὴ Βοιωτία, δὲν ἀναπτύχθηκε ἰδιαίτερα τὸ ἱππικό. Περίφημο ἱππικὸ εἶχαν μόνο ἡ Θήβα, ἡ Θεσσαλία καὶ βεβαίως ἡ Μακεδονία. Γιὰ τοὺς πεζοὺς ἀναφερθήκαμε προηγουμένως. Σὲ περίοδο ἀκμῆς ἦταν σίγουρο ὅτι ἡ Σπάρτη μποροῦσε νὰ ἀναπτύξει δυὸ φάλαγγες. Ἡ μία τῶν Ὁμοίων καὶ ἡ ἄλλη τῶν Περιοίκων, ὅπως ἔγινε στὶς Πλαταιὲς τὸ 479 π.Χ. Ποτέ, βέβαια, ὁ ἀριθμὸς τῶν ὁπλιτῶν δὲν ἔφθασε στὸ σύνολό τους τὶς 30.000. Στὶς Πλαταιές, οἱ Περίοικοι παρέταξαν 5.000 ὁπλίτες, ἐνῶ αὐτοὶ συνοδεύονταν ἀπὸ ἴσο ἀριθμὸ βοηθητικῶν, ὅπως γινόταν σὲ κάθε παράταξη ὁπλιτῶν, πλὴν τῶν Ὁμοίων ποὺ συνοδεύονταν ἀπὸ ἑπτὰ Εἵλωτες ὁ καθένας. Οἱ βοηθητικοὶ τῶν Περιοίκων ὁπλιτῶν ἦταν πιθανότατα καὶ αὐτοὶ Περίοικοι, διότι οἱ Εἵλωτες συνόδευαν μόνο τοὺς Ὁμοίους. Ἄρα στὶς Πλαταιὲς βρίσκονταν 5.000 Ὅμοιοι, 10.000 Περίοικοι καὶ 35.000 Εἵλωτες, σύνολο δηλαδὴ 50.000 (10.000 ὁπλίτες καὶ 40.000 βοηθητικοί), ὁ μεγαλύτερος στρατὸς Λακεδαιμονίων ποὺ ἔχει ἀναφερθεῖ! Ποτὲ ξανὰ ἡ Σπάρτη δὲν παρέταξε τόσους μαχητές, ὄχι μόνο ἀριθμητικὰ ἀλλὰ καὶ σὲ ἀξία, ποὺ μὲ τὸ χρόνο ἔφθινε δραματικά. Προφανῶς ἐκείνη τὴν περίοδο ἡ Σπάρτη ἦταν σὲ θέση νὰ παρατάξει περισσότερους ἀπὸ 15.000 ὁπλίτες (Ὅμοιους καὶ Περίοικους), σὲ περίπτωση ἐσχάτου κινδύνου, ἕνας ἀριθμὸς ποὺ τὴν καθιστοῦσε πρακτικὰ ἄτρωτη. Αὐτὸ ἄλλαξε δραματικὰ μετὰ τὸ 464 π.Χ.

Σύγκριση μὲ ἄλλους στρατούς. Πολλοὶ μελετητὲς ἀναρωτιοῦνται ποιὰ στρατιωτικὴ δύναμη ἦταν ἀνώτερη στὸ πεδίο τῆς μάχης, ἡ σπαρτιατικὴ φάλαγξ, ἡ μακεδονικὴ φάλαγξ ἢ ἡ ρωμαϊκὴ λεγεώνα. Οἱ δυὸ τελευταῖες ἀναμετρήθηκαν, σὲ μιὰ ἐποχὴ βεβαίως ποὺ ἡ λεγεώνα ἦταν ἀνερχόμενη ἐνῶ ἡ φάλαγξ παρηκμασμένη. Δὲν ἀντιμετώπισαν οἱ Ρωμαῖοι τὸν Φίλιππο ἢ τὸν Μέγα Ἀλέξανδρο, ἀλλὰ τοὺς διαδόχους τους καὶ μάλιστα ὄχι τοὺς καλύτερους δυνατούς. Ἀλλὰ καὶ οἱ Μακεδόνες ὅταν ἐπικράτησαν τῶν Νοτῖων Ἑλλήνων, δὲν ἀντιμετώπισαν τοὺς ἀκμάζοντες Λακεδαιμόνιους ἢ ἔστω τοὺς Ἀθηναίους του 5ου αἰώνα ἢ τοὺς Θηβαίους του Ἐπαμεινώνδα καὶ τοῦ Πελοπίδα, ἀλλὰ τὶς παρηκμασμένες πόλεις-κράτη τοῦ 2ου μισοῦ του 4ου π.Χ. αἰώνα. Ἀνάμεσά τους δὲν βρισκόταν ἡ Σπάρτη, ποὺ ἦταν βουτηγμένη στὴν παρακμή της. Γνωστὸ ἄλλωστε ἱστορικὰ τὸ «πλὴν Λακεδαιμονίων».

Μποροῦμε, τελικά, νὰ δώσουμε ἀπάντηση γιὰ τὸ ποιὸς θὰ ὑπερίσχυε στὸ πεδίο τῆς μάχης, ἂν κάνουμε αὐτὲς τὶς συγκρίσεις; Ἡ λεγεώνα τοῦ 2ου αἰώνα π.Χ., πιὸ εὐκίνητη ἀπὸ τὴν βαριὰ μακεδονικὴ φάλαγγα, ἡ ὁποία τὴν ἐποχὴ τῆς σύγκρουσης δὲν εἶχε τὴν καθοριστικὴ ὑποστήριξη τοῦ ἱππικοῦ τῶν Ἑταίρων, τελικῶς ὑπερίσχυσε. Ἂν ὅμως τοῦ μακεδονικοῦ στρατοῦ ἠγεῖτο ἕνας Φίλιππος ἢ ἕνας Μέγας Ἀλέξανδρος τὸ ἀποτέλεσμα μᾶλλον θὰ ἦταν διαφορετικό. Ὅσο γιὰ τὴν σπαρτιατικὴ φάλαγγα τῆς περιόδου τῆς ἀκμῆς της, δὲν νομίζουμε ὅτι θὰ ὑπῆρχε ἀντίπαλος νὰ τὴν νικήσει, οὔτε κὰν ἡ μακεδονικὴ φάλαγξ, ὅσο καὶ ἂν αὐτὸ τὸ συμπέρασμα μοιάζει παρακινδυνευμένο. Φυσικά, καθοριστικὸ ρόλο θὰ ἔπαιζαν τὸ πεδίο τῆς μάχης, οἱ ἀριθμητικοὶ συσχετισμοὶ καὶ ἡ στρατιωτικὴ ἰδιοφυΐα τῶν ἀντιπάλων ἡγετῶν. Ἴσως καὶ ἡ τύχη, ἀστάθμητος παράγων στὴν Ἱστορία. Τὸ μόνο βέβαιον εἶναι ὅτι τὸ φρόνημα τοῦ στρατοῦ τῶν Λακεδαιμονίων, στὴν ἐποχὴ τῆς ἀκμῆς τοὺς ἦταν ἁπλὰ ἀκαταμάχητο.

Γιὰ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους ποὺ ἀναλύσαμε, ἔμεινε θρυλικὸς στὴν ἱστορία ὁ Σπαρτιάτης ὁπλίτης.

Πηγὲς

Ἡρόδοτος

Πλούταρχος

Ἐκδόσεις Περισκόπιο, Στρατιωτικὴ Ἱστορία


Παρασκευή 16 Απριλίου 2010

Ἀνανέωση μὲ πολυτονικὴ γραφὴ στὸ ἰστολόγιό μας ποὺ ἀφιερώνεται στὴν ἐπανελλήνιση – Ὁ ἀγώνας συνεχίζεται…



Ἐπειδὴ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς ὕπαρξής του τὸ παρὸν ἰστολόγιο ἀγωνίζεται καὶ θὰ ἀγωνίζεται γιὰ τὴν ἐπανελλήνιση, κάνουμε μία ἀλλαγὴ στὴν προβολὴ τοῦ ἰστολογίου, μὲ τὴν πολυτονικὴ παρουσίαση τῶν κειμένων μας, ἐπιδιώκοντας νὰ κάνουμε πράξη, ἔστω καὶ διὰ τῆς γλώσσης τὴν ἐπανελλήνιση. Ἕνα μικρὸ βῆμα γιὰ ἐμᾶς, χρέος τιμῆς ἀπέναντι στὴν ἀνυπέρβλητη ἑλληνικὴ γλώσσα!

Κυριακή 28 Μαρτίου 2010

Λιδωρίκι, 28 Μαρτίου 1821

Με την ευκαιρία των εορτασμών της 25ης Μαρτίου για την απελευθέρωση από τους Τούρκους, ας θυμηθούμε την έναρξη του αγώνα στην Δωρίδα, ως ένα μικρό μας αφιέρωμα λόγω εντοπιότητας.
Στις 24 Μαρτίου 1821 0 Πανουργιάς κήρυξε την επανάσταση στο Μοναστήρι του Προφήτη Ηλία των Σαλώνων(Άμφισσα). Οι Τούρκοι κλείστηκαν στο κάστρο της πόλης και μάχονταν λυσσαλέα . Το κάστρο τελικά θα παραδιδόταν στις 10 Απριλίου.
Από τις 23 Μαρτίου ο Πανουργιάς είχε ειδοποιήσει το Σκαλτσοδήμο, που ήταν καπετάνιος στο αρματωλίκι του Λιδωρικίου, να είναι έτοιμος. Ο Σκαλτσάς, αρματωλός της Δωρίδας, που είχε τότε 60 παλληκάρια, έστειλε αμέσως τον Παπαντρέα και τον Θανάση Μανίκα στα ορεινά χωριά της Δωρίδας γιά στρατολόγηση. Πράγματι, αμέσως μαζεύτηκαν 30 Νουτσομπριώτες(από το Ψηλό Χωριό), 45 Βοστιντσιώτες(από τον Δάφνο), 15 Κωσταρτσιώτες(από το Διχώρι), 10 Κριατσιώτες, 55 Πενταγιώτες, 10 Σουρουστιώτες(από την Κερασιά), 20 Τριστενιώτες και 80-100 Αρτοτινοί(από το καπετανοχώρι την Αρτοτίνα, από όπου καταγόταν ο ίδιος ο Δήμος Σκαλτσάς, καθώς και ο μέγας ήρωας Αθανάσιος Διάκος), καθώς και κάπου 100 από τα Παλαιοξάρια. Στις 28 Μαρτίου 1821 ο Σκαλτσοδήμος με τον Αναγνώστη Λιδωρίκη και τα παλληκάρια πάνε στο κτήμα του Λιδωρίκη, μεταξύ Λιδωρικίου και Μαλανδρίνου. Μέσα στο κτήμα υπήρχε ένα εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής, πήγε κι' ο Παπαγιώργης Πολίτης απ' τη Σεργούλα και ξημερώνοντας η 29 Μαρτίου νύχτα έκανε λειτουργία, κοινώνησε τα παλληκάρια και ευλόγησε τη σημαία και τα όπλα. Τα παλληκάρια ορκίστηκαν στη σημαία του σταυρού Ελευθερία η Θάνατο . Aμέσως ο Σκαλτσάς μοίρασε το μικρό του στράτευμα (λιγότεροι από 500) σε δυό σώματα, το ένα με επικεφαλής τον ίδιο στράφηκε κατά του Λιδωρικίου και το άλλο υπό τον Χαλβατζή κατά του Μαλανδρίνου . Πυροβολώντας και αλαλάζοντας οι Σκαλτσοδημαίοι μπήκαν στο Λιδωρίκι, ενώ οι Τούρκοι πανικόβλητοι κλείστηκαν στα σπίτια τους και άρχισαν τον πόλεμο. Ο αντίλαλος των όπλων, οι φωνές, οι βρισιές, ανακατωμένες με τους κλαυθμούς των άμαθων χανουμισών, αντιβοούσαν στις χαράδρες των Βαρδουσίων και της Γκιώνας, φέρνοντας το χαρμόσυνο άγγελμα της λευτεριάς.
Η μάχη κρατούσε δυό μέρες και οι Τούρκοι δεν έλεγαν να το βάλουν κάτω . Τότε ο Σκαλτσάς άρχισε να βάζει φωτιά στα πρώτα σπίτια. Βλέποντας το αυτό ο Γιουσούφ Εφέντης, για να γλυτώσει ύψωσε λευκή σημαία. "Η αγριότητα της μορφής του Σκαλτσά, και τα ματωμένα γιαταγάνια ήταν το καλλίτερο επιχείρημα γιά την παράδοση των Τούρκων ". Έξαλλοι οι Έλληνες, με επικεφαλής τη σημαία του σταυρού, με σάλπιγγες, τύμπανα και καραμούζες, και ανεμίζοντας τις φουστανέλλες τους, διέσχισαν τρεις φορές το Λιδωρίκι, πηδώντας και χορεύοντας. Έτσι πανηγύρισαν τη νίκη τους.
Στο Μαλανδρίνο, οι Τούρκοι αμύνονταν σθεναρά από σπίτι σε σπίτι, έως ότου να σπεύσει προς τα ' κει ο Σκαλτσάς και σε δυό μέρες να τους πετσοκόψει . Έτσι ξεκαθάρισε η Δωρίδα απ' τους Τούρκους, αλλά μόνο προσωρινά.
Γιατί η ηρωική αυτή επαρχία, γεννήτωρ του μεγάλου Αθανασίου Διάκου, θα απελευθερωθεί οριστικά το 1828 από ελληνικά στρατεύματα υπό τον αγωνιστή Κίτσο Τζαβέλλα.
Ένας μικρός φόρος τιμής σε αυτούς τους πρώτους αγωνιστές, στην μικρή αυτή γωνιά της Ελλάδος που λέγεται Δωρίδα, στον νομό Φωκίδος. Σε αυτούς, που αψηφώντας τον συσχετισμό δυνάμεων, ξεκίνησαν τον επαναστατικό αγώνα, με σύνθημα "ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ"!

Παρασκευή 24 Απριλίου 2009

Αθανάσιος Διάκος, ο ήρωας της Αλαμάνας



Σαν σήμερα, πριν 188 χρόνια, μαρτύρησε ο ηρωϊκός Αθανάσιος Διάκος. Λίγοι το θυμούνται, αλλά έστω και σαν ελάχιστο φόρο τιμής στον μεγάλο αυτό πρωτομάρτυρα του αγώνα για την εθνική ανεξαρτησία, ας γράψουμε λίγα λόγια γι’αυτόν.

Γεννήθηκε σύμφωνα με τις πιθανότερες εκδοχές το 1787 ή το 1788, αφού όταν πέθανε ήταν 33 ή 34 ετών. Ως προς τον τόπο καταγωγής, ερίζουν δύο χωριά της περιοχής των Βαρδουσίων (του όρους Κόραξ της αρχαίας Αιτωλίας). Η Αρτοτίνα Φωκίδος, δυτικά των Βαρδουσίων και η Άνω Μουσουνίτσα, ανατολικά των Βαρδουσίων, που μετονομάστηκε σε Αθανάσιος Διάκος. Η έριδα μεταξύ των δύο οικισμών κρατάει από τα χρόνια της επανάστασης, με την κάθε πλευρά να προβάλλει τα επιχειρήματά της. Δεν θα μπούμε στην διαδικασία επικύρωσης της καταγωγής του Διάκου, αφού είναι γνωστό ότι ο ήρωας έλκει την καταγωγή του και από τα δύο χωριά, λόγω των γονέων του. Άλλωστε, τέτοιοι ήρωες ανήκουν σε όλον τον ελληνισμό και όχι σε μια περιοχή.

Σε ηλικία 17 ετών χειροτονήθηκε διάκονος στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου που βρίσκεται πλησίον της Αρτοτίνας, εξ ου έλαβε και το προσωνύμιο Διάκος, όπου έμεινε γνωστός στην ιστορία. Για το πώς εγκατέλειψε τον μοναστικό βίο υπάρχουν δύο εκδοχές. Η μία λέει ότι σκότωσε κάποιον αισχρό Τούρκο αγά και η άλλη ότι σε κάποια γιορτή έπεσαν πυροβολισμοί και για τον θάνατο που προκλήθηκε από αυτούς τους πυροβολισμούς, όλοι κατηγόρησαν τον Διάκο.

Σε κάθε περίπτωση ο Αθανάσιος Διάκος, εγκατέλειψε τον μοναστικό βίο, ο οποίος του προσέφερε μια στοιχειώδη μόρφωση και εντάχθηκε στο κλέφτικο σώμα του περίφημου Τσαμ Καλόγηρου, ο οποίος δρούσε στην περιοχή της Δωρίδας και των Κραββάρων (ορεινή Ναυπακτία). Έτσι ο Διάκος συνέχισε την οικογενειακή του παράδοση, αφού και ο παππούς του και ο θείος του ήταν κλέφτες, κατά τον 18ο αιώνα. Γρήγορα διακρίθηκε σαν κλέφτης και μάλιστα έσωσε την ζωή του τραυματισμένου καπετάνιου Τσαμ Καλόγηρου, κουβαλώντας τον μετά από σύγκρουση με τους Τούρκους κοντά στην Ζηλίστα(Κυδωνιά Ναυπακτίας). Όταν αποσύρθηκε ο καπετάνιος, στην θέση του όρισε, τον Δήμο Σκαλτσά (Σκαλτσοδήμο), τον Γούλα και τον Διάκο, όπου την αρχηγία είχε ο Σκαλτσοδήμος σαν γηραιότερος. Ο Διάκος έγινε ιδιαίτερα δημοφιλής στον λαό της Δωρίδας, για την παληκαριά του και τους τρόπους του.

Το 1814, ο Αλή Πασάς κάλεσε τους οπλαρχηγούς της Ρούμελης, για να τους εντάξει στην σωματοφυλακή του (τζοχανταραίοι). Ο παμπόνηρος και αιμοσταγής πασάς, είχε κατά νου να αποσχιστεί από τον σουλτάνο και χρειαζόταν την βοήθεια των εμπειροπόλεμων Ελλήνων αρματολών. Από το αρματολίκι του Λιδωρικίου της Δωρίδας, εστάλη ο Διάκος. Εκεί γνωρίστηκε με άλλους αρματολούς οπλαρχηγούς, τον Καραϊσκάκη, τον Πανουργιά και κυρίως τον Οδυσσέα Ανδρούτσο. Ο Διάκος, όντας αγνή ψυχή, αρνήθηκε την υποταγή στις ραδιουργίες του Αλή, ο οποίος τότε διέταξε τον Ανδρούτσο να βγάλει από τη μέση το παληκάρι από την Δωρίδα. Ο Ανδρούτσος, χωρίς να αναφέρει τίποτα για το θέμα, έσωσε την ζωή του Διάκου. Το 1818 ο Ανδρούτσος διορίστηκε αρχηγός στο αρματολίκι της Λιβαδειάς και ο Διάκος ήταν ένα από τα 7 πρωτοπαλήκαρά του. Εκείνη την εποχή μυήθηκαν οι ήρωες και στην Φιλική Εταιρεία. Το 1820, ο Ανδρούτσος εγκατέλειψε το αρματολίκι, είτε γιατί εθεωρείτο πολύ έμπιστος του Αλή και κατά συνέπεια αντιμετώπιζε την δυσπιστία των Τούρκων που τον πολεμούσαν ήδη, είτε λόγω διένεξης με τον Διάκο. Τότε ανακηρύχθηκε ομόφωνα αρχηγός στην επαρχία της Λιβαδειάς ο Διάκος.

Τον Μάρτιο του 1821 ξέσπασε στην Πελοπόννησο η επανάσταση και ταυτόχρονα επαναστάτησαν η Παρνασσίδα(24 Μαρτίου) και η Δωρίδα(28 Μαρτίου). Στις 30 Μαρτίου ο Διάκος γίνεται κύριος της Λιβαδειάς. Προηγουμένως είχε καταφέρει να εξοπλίσει τους κατοίκους της περιοχής, με την άδεια του βοεβόδα της Λιβαδειάς, χρησιμοποιώντας το τέχνασμα ότι δήθεν θα αποκρούσει τον επερχόμενο Ανδρούτσο(ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, το λιοντάρι της Ρούμελης, ήταν ο φόβος και ο τρόμος Τούρκων και Αλβανών της Ρούμελης).
Ακολούθως, τις πρώτες εβδομάδες του Απριλίου του 1821, οι οπλαρχηγοί Πανουργιάς, Δυοβουνιώτης και Διάκος, καλούν τον οπλαρχηγό της Υπάτης Κοντογιάννη να συνδράμει τις προσπάθειές τους για άλωση της περιοχής και πολιορκία της μεγαλύτερης πόλης της ανατολικής Στερεάς, της Λαμίας. Ατυχώς για τον εθνικό αγώνα, ο εν λόγω οπλαρχηγός της Υπάτης, αρνήθηκε την συνδρομή του θεωρώντας άκαιρη την επανάσταση. Τελικώς πείσθηκε στις 18 Απριλίου, όταν τα παλικάρια του τον εγκατέλειψαν και προσχώρησαν στις δυνάμεις των άλλων τριών οπλαρχηγών. Αλλά ήταν αργά. Ο Χουρσίτ, που πολεμούσε τον Αλή στην Ήπειρο, έστειλε τον Κιοσέ Μεχμέτ και τον Ομέρ Βρυώνη, με 8.000 πεζούς και περίπου 1.000 ιππείς να καταπνίξουν την επανάσταση. Αυτό ανάγκασε τις ελληνικές δυνάμεις να λύσουν την πολιορκία της Υπάτης.

Στις 20 Απριλίου στους Κομποτάδες Φθιώτιδος, συσκέφτηκαν οι τρεις οπλαρχηγοί της ανατολικής Στερεάς Ελλάδος. Η συνολική τους δύναμη ανερχόταν σε 1.500 άνδρες. Ο Δυοβουνιώτης πρότεινε να αντιμετωπίσουν από κοινού τον υπεράριθμο εχθρό στο στενό των Θερμοπυλών. Η γνώμη του Πανουργιά με την οποία συντάχτηκε και ο Διάκος, ήταν να χωριστεί ο στρατός τους σε 3 μέρη. Ο Πανουργιάς κατέλαβε το χωριό Μουσταφάμπεη και την Χαλκομάτα με συνολικά 600 άνδρες, ο Δυοβουνιώτης με 400 άνδρες την γέφυρα του Γοργοποτάμου και ο Διάκος με 500 άνδρες πορεύτηκε προς την Αλαμάνα. Σε ένα χάνι κοντά στην Αλαμάνα κλείστηκαν ο Καλύβας και ο Μπακογιάννης με 200 άνδρες, ενώ οι υπόλοιποι 300 ήταν μαζί με τον Διάκο στην γέφυρα.
Ο Ομέρ Βρυώνης, Αλβανός πασάς, ήταν στην ουσία ο αρχηγός των τουρκαλβανικών δυνάμεων, ενώ τυπικά ηγείτο ο Κιοσέ Μεχμέτ. Ο Βρυώνης, που θήτευσε στην αυλή του Αλή, όπου γνώρισε τον Ανδρούτσο και τον Διάκο, είχε σε μεγάλη εκτίμηση τον οπλαρχηγό από την Δωρίδα, γι’ αυτό κινήθηκε τάχιστα και στις 23 Απριλίου, προτού οχυρωθούν καλά οι Έλληνες στα ταμπούρια τους, επιτέθηκε με κύριο στόχο την δύναμη του Διάκου. Πρώτα χτυπήθηκε ο Δυοβουνιώτης, όπου μη δυνάμενος να αντισταθεί, υποχώρησε σε πιο οχυρές θέσεις, αλλά πιέστηκε περαιτέρω και εγκατέλειψε την περιοχή, κινούμενος προς την πατρίδα του, τα Δύο Βουνά Φθιώτιδος. Έτσι, το ένα από τα 3 τμήματα των ελληνικών δυνάμεων, εξουδετερώθηκε σχετικά γρήγορα. Οι δυνάμεις του Βρυώνη πλησίασαν προς το χωριό Μουσταφάμπεη (Ηράκλεια Φθιώτιδος) και την Χαλκομάτα χτυπώντας την δύναμη του Πανουργιά, αλλά και προς την Αλαμάνα, όπου βρισκόταν ο Διάκος. Η δύναμη του Πανουργιά κάμφθηκε και ο ίδιος πληγώθηκε σοβαρά. Τελικώς υποχώρησαν μαχόμενοι. Εκεί, στην Χαλκομάτα βρήκε ηρωικό θάνατο ο επίσκοπος Σαλωνων Ησαΐας και ο αδελφός του Παπαγιάννης. Ήταν μια ηρωική συμβολή της εκκλησίας στον αγώνα της ανεξαρτησίας.

Μετά και την υποχώρηση του Πανουργιά, όλη η τουρκαλβανική δύναμη ενεπλάκη στην μάχη στην Αλαμάνα. Από τους 500 περίπου άνδρες του Διάκου, οι 200 ήταν με τον Καλύβα και τον Μπακογιαννη. Η μάχη συνεχιζόταν σκληρή, αλλά τώρα η θέση των Ελλήνων ήταν τραγική. Τα σώματα των Πανουργιά και Δυοβουνιώτη, δεν υπήρχαν πλέον. Οι εχθροί έπεφταν νεκροί, αλλά συνάμα και πολλοί Έλληνες έπεφταν, ενώ άλλοι είχαν αρχίσει να φεύγουν. Ο Καλύβας και ο Μπακογιάννης κλεισμένοι στο χάνι, δεν μπορούσαν να βοηθήσουν, ενώ ο Διάκος είχε απομείνει μόνο με 48 άνδρες κοντά στην μονή Δαμάστας. Τότε του έφεραν την φοράδα του, παρακαλώντας τον να φύγει. Αυτός απάντησε «ο Διάκος δεν φεύγει, δεν εγκαταλείπει τους συντρόφους του». Ο αδελφός του ο Κωνσταντίνος, ο επονομαζόμενος Μασσαβέτας, σκοτώθηκε και τότε η ήρωας χρησιμοποιώντας ως κάλυψη το σώμα του νεκρού αδερφού του συνέχισε την μάχη. Τα όπλα του αχρηστεύτηκαν από τους πολλούς πυροβολισμούς, ενώ έσπασε και το σπαθί του στην συμπλοκή σώμα με σώμα. Τότε αχρηστεύτηκε και το δεξί του χέρι στην κλείδωση, αλλά εξακολούθησε την μάχη με το αριστερό κρατώντας το σπασμένο σπαθί. Έπεσαν επάνω του οι Αλβανοί και τον συνέλαβαν λαβωμένο. Λέγεται ότι περνώντας μπροστά από το χάνι που ήταν ακόμα οχυρωμένοι ο Καλύβας με τον Μπακογιάννη, φώναξε «Καλύβα, Μπακογιάννη δέκα χιλιάδες με κρατούν!». Στο χάνι είχαν μείνει 4 μόνο γενναίοι άνδρες που όρμησαν διάμεσου των Τούρκων και των Αλβανών και έπεσαν νεκροί.
Ο Διάκος μεταφέρθηκε στο Ζητούνι(Λαμία). Ο Βρυώνης δεν τον αναγνώρισε αρχικά, όπως ήταν καταματωμένος και χλωμός. Τον ρώτησε «πως σε έπιασαν ζωντανό;» και απάντησε «αν το ήξερα, θα φύλαγα ένα φυσέκι για τον εαυτό μου». Ο Κιοσέ Μεχμέτ των ρώτησε για τον σκοπό που ξεσηκώθηκαν και ο ήρωας αποκρίθηκε ότι είτε θα απελευθερώνονταν είτε θα πέθαιναν όλοι. Του πρότειναν να του χαρίσουν την ζωή, δίνοντας του αξιώματα, αλλά αυτός απάντησε υπερήφανα και ελληνικά «Πάτε και σεις και η πίστη σας, Μουρτάτες, να χαθείτε. Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός, θε να πεθάνω!». Όταν απειλήθηκε ότι θα θανατωθεί, απάντησε «η Ελλάς έχει πολλούς Διάκους». Ο Βρυώνης, ήθελε να τον σώσει, αλλά με την επέμβαση του Χαλήλμπεη της Λαμίας αποφασίστηκε η παραδειγματική του εκτέλεση με ανασκολοπισμό(παλούκωμα).

Στις 24 Απριλίου, ο ήρωας της Αλαμάνας, κουβαλώντας στον τόπο του μαρτυρίου του τον πάσσαλο, όπως έκανε ο Χριστός με τον Σταυρό, οδηγήθηκε στον ατιμωτικό θάνατο. Αναλογιζόμενος τον χαμό του την εποχή της άνοιξης, αυτοσχεδίασε τους εξής στίχους «Για ιδες καιρό που διάλεξε ο Χάρος να με πάρει, τώρα που ανθίζουν τα κλαδιά και βγάζει η γη χορτάρι». Απευθυνόμενος, στους αλβανόφωνους της πόλης που τον συνόδευαν είπε «Δεν βρίσκεται ανάμεσα σας κανένα παλικάρι να με σκοτώσει με πιστολιά και να με γλιτώσει από τους Χαλδούπηδες(Τούρκους);» Δεν βρήκε απόκριση. Η φοβερή θανατική ποινή εκτελέστηκε μια μέρα μετά την μάχη και έτσι τελείωσε ο βίος του ήρωα.

Η ηρωική αντίσταση του Διάκου και των ανδρών του λίγες εκατοντάδες μέτρα από τις αρχαίες Θερμοπύλες όπου θυσιάστηκαν ο Λεωνίδας, οι Σπαρτιάτες και οι Θεσπιείς, απέδειξε στους δύσπιστους έναντι των επαναστατημένων Ελλήνων, Ευρωπαίους ότι το έθνος μας έχει συνέχεια και αξίζει την ελευθερία του. Η θυσία του, ο μαρτυρικός του θάνατος, αν και τρομοκράτησε αρχικά τους κάτοικους της ανατολικής Στερεάς, έδωσε νόημα στο σύνθημα της επανάστασης «Ελευθερία ή Θάνατος». Παράλληλα, προβλημάτισε τον Ομερ Βρυώνη για το μέγεθος της αντίστασης που θα έβρισκε κατερχόμενος προς την Πελοπόννησο. Ο σκεπτικός Βρυώνης, καθυστέρησε περίπου 2 εβδομάδες, δίνοντας ζωτικό χρόνο στους επαναστατημένους του Μοριά. Τότε, κατέφθασε και ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, ο οποίος στις 8 Μάιου αντιστάθηκε μια ολόκληρη μέρα στο χάνι της Γραβιάς, προκαλώντας και εξευτελίζοντας τις τουρκαλβανικές δυνάμεις και εκδικήθηκε τον Διάκο. Η προέλαση του Βρυώνη στην Πελοπόννησο καθυστέρησε και άλλο (στην ουσία ματαιώθηκε). Έτσι, οι Έλληνες κατάφεραν να νικήσουν στο Βαλτέτσι και στα Δολιανά, σφίγγοντας τον κλοιό γύρω από την Τρίπολη, την οποία άλωσαν τον Σεπτέμβριο. Διάκος και Ανδρούτσος εξασφάλισαν, τις πρώτες αυτές κρίσιμες εβδομάδες πολύτιμο χρόνο για τον Κολοκοτρώνη και τους άλλους οπλαρχηγούς της Πελοποννήσου. Αν οι Τουρκαλβανοι είχαν περάσει ατουφέκιστοι στον Μοριά, πιθανοτα η επανάσταση θα είχε σβήσει αφού επικρατούσε πλήρης αναρχία και ανοργανωσιά στις επαναστατικές δυνάμεις.

Κλείνοντας αυτή την αναφορά μας στον Αθανάσιο Διάκο, ας αναφέρουμε τους στίχους του εθνικού ποιητή Διονυσίου Σολωμού από τον Ύμνον εις την Ελευθεριαν, που μοιάζουν σαν να είναι γραμμένοι για τον ήρωα

Ω τριακόσοι σηκωθήτε
και ξανάρθετε σ΄εμάς
τα παιδιά σας θέλει δείτε
πόσο μοιάζουνε μ΄εσάς.

καθώς και τους στίχους του Κωστή Παλαμά

Στης Αλαμάνας η Κλειώ,
το θρυλικό γεφύρι
την δάφνη την αμάραντη
κατέβηκε να σπείρει.

Και η ελευθερία που τ΄άστρο της
ανέσπερο στην πλάση
τον Λεωνίδα ανάστησε
στο Διάκο τον Θανάση.

ΑΙΩΝΙΑ Η ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΗΡΩΑ!

Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2009

Η ΔΙΗΝΕΚΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΜΕΙΖΟΝΟΣ ΠΕΡΙΑΙΓΑΙΑΚΟΥ ΧΩΡΟΥ

Από την περιήγησή μας σε διάφορους διαδικτυακούς τόπους αλλιεύσαμε αυτήν την ενδιαφέρουσα δημοσίευση του γνωστού καθηγητή φιλολογίας Παναγιώτη Μητροπέτρου.
http://www.syllapofthem.com/article-ellinikotita.htm
Με απλή γλώσσα και πλούσια βιβλιογραφία δίνονται επαρκείς απαντήσεις σε όσους επιχειρούν, με προφανείς πολιτικούς προσανατολισμούς, να αμφισβητήσουν την ελληνικότητά μας.

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2008

Φάλαγξ



Η φάλαγξ είναι στρατιωτικό τμήμα που διαμορφώθηκε κατά την αρχαϊκή περίοδο στην Ελλάδα (8ος -6ος αιώνας π.Χ.). Αναφορά στον όρο αυτό κάνει και ο Όμηρος, όπου όμως φαίνεται να εννοεί γενικώς την παράταξη της μάχης και όχι το στρατιωτικό τμήμα που διαμορφώθηκε αργότερα. Άλλωστε την εποχή που περιγράφει ο Όμηρος, επικρατούσε ο «ηρωϊκός» τρόπος μάχης, όπου ο πολέμαρχος (Αχιλλεύς, Αίας) μονομαχούσε με τον αντίπαλο πολέμαρχο (Έκτωρ) για να καθορισθεί το αποτέλεσμα της μάχης. Φυσικά εκτός από τους ήρωες εμπλέκονταν στην μάχη και οι «άγνωστοι» πολεμιστές, σχηματίζοντας μια υποτυπώδη παράταξη μάχης με «τείχος ασπίδων», μια πρώιμη μορφή φάλαγγος. Αλλά, όπως ανεφέρθη, η πραγματική φάλαγξ αναπτύχθηκε αργότερα.Λέγεται πως η πρώτη μάχη με την χρήση της οπλιτικής φάλαγγος, έγινε μεταξύ Χαλκίδας και Ερέτρειας για το Ληλάντιο Πεδίο (ανάμεσα στις δύο πόλεις), προς τα τέλη του 8ου αιώνα π.Χ. Αλλά η πιο σωστή προσέγγιση είναι ότι η διαμόρφωση της οπλιτικής φάλαγγος δεν ήταν αποτέλεσμα μιας μάχης ή ενός πολέμου, αλλά μιας σταδιακής στρατιωτικής εξέλιξης, αποτέλεσμα των ιστορικών δεδομένων της εποχής. Ο ελληνικός κόσμος, με το τέλος της μυκηναϊκής κυριαρχίας συνταράχτηκε από εσωτερικές συγκρούσεις. Ο αδελφοκτόνος, εμφύλιος, Τρωϊκός Πόλεμος, που κόστισε σε ανθρώπινο δυναμικό στις δύο πλευρές του ελληνικού Αιγαίου Πελάγους, οι επιδρομές των «Λαών της Θάλασσας» τον 12ο αιώνα π.Χ. και η επάνοδος των Ηρακλειδών – Δωριέων (που η ινδοευρωπαϊκή εκδοχή την ονομάζει «κάθοδο των Δωριέων»), οδήγησε στους λεγόμενους σκοτεινούς αιώνες, δηλαδή την Γεωμετρική Περίοδο (11ος – 8ος αιώνας π.Χ.). Ο ελληνικός κόσμος κατακερματίστηκε σε μικρότερες πόλεις – κράτη. Η πάλαι ποτέ κραταιά Μυκηναϊκή Αυτοκρατορία, που την εποχή των τρωϊκών ήταν σε θέση να επιστρατεύσει 1.000 πολεμικά πλοία και 100.000 από τους καλύτερους άνδρες της για την πολυθρύλητη εκστρατεία στην Τροία, δεν υπήρχε πια. Την θέση της παίρνουν οι ελληνικές πόλεις – κράτη. Μικρές σε έκταση και σε πληθυσμό, συγκροτούν στρατούς λίγων χιλιάδων πολεμιστών. Πως αυτοί οι στρατοί μπορούν να είναι αποτελεσματικοί απέναντι σε υπέρτερους αριθμητικά εχθρούς; Οι προσωπικές μονομαχίες της «ηρωϊκής εποχής» δεν είναι δυνατό να οδηγήσουν στην νίκη όταν ο εχθρός είναι πολυάριθμος. Οι τακτικές, λοιπόν, αναπροσαρμόζονται. Η εξέλιξη προς την οπλιτική φάλαγγα είναι σταδιακή και όχι ξαφνική. Αρχικά συνυπάρχουν και οι δύο τρόποι μάχης, αυτός με τις μονομαχίες και αυτός της φάλαγγος. Με αυτή την μεταβατική περίοδο, εξελίσσονται παράλληλα και τα μέρη του οπλισμού του στρατιώτη. Βασικός παράγοντας εδώ θεωρείται η διάδοση της μεγάλης στρογγυλής ασπίδας του «Όπλου», από εκεί προέρχεται και η ονομασία οπλίτης. Τώρα πια (7ος αιώνας) η πυκνή παράταξη των πολεμιστών, όπου ο ένας καλύπτει το ακάλυπτο μέρος του διπλανού του, η γνωστή και δοξασμένη φάλαγξ, αρχίζει να κυριαρχεί στα πεδία των μαχών του ελληνικού κόσμου και όχι μόνο. Βασικός τρόπος του μάχεσθαι με την φάλαγγα είναι ο «ωθισμός». Οι αντίπαλες φάλαγγες συνασπισμένες, δηλαδή με τον κάθε οπλίτη να καλύπτει εύρος το πολύ 1μ. καλύπτοντας και τον διπλανό του, συγκρούονται με προτεταμένες τις ασπίδες και τα δόρατα. Στην εκ του σύνεγγυς σύρραξη, η καλύτερα εκπαιδευμένη, με υψηλότερο ηθικό και καλύτερα διατεταγμένη φάλαγγα υπερισχύει. Είναι αυτή η αιτία που η Σπάρτη κυριάρχησε στα πεδία των μαχών για 3 αιώνες.

Αδυναμίες της φάλαγγος
.
Η φάλαγξ για να ήταν αποτελεσματική έπρεπε να αναπτυχθεί σε πεδιάδα. Εκεί μπορούσε να προελάσει. Όμως επειδή στα άκρα της είναι ευάλωτη από τις προσβολές του ιππικού, χρειαζόταν στηρίγματα για να μην κυκλωθεί. Οι πολέμαρχοι συνήθως επέλεγαν μια πεδιάδα ανάμεσα σε λόφους ή ορεινούς όγκους, ώστε να είναι προστατευμένα τα πλευρά της. Ιδιαίτερα το δεξί άκρο της, επειδή ο δεξιός οπλίτης δεν έχει τον διπλανό του για να καλυφθεί από την ασπίδα του, είναι εξαιρετικά ευάλωτο για όλη την παράταξη. Αυτή είναι και η αιτία που οι ικανότεροι και εμπειρότεροι πολεμιστές τάσσονταν στο δεξί άκρο. Εκεί συνήθως βρισκόταν ο αρχιστράτηγος ή ο πολέμαρχος, εκεί συνήθως τάσσονταν οι γενναιότατοι Σπαρτιάτες. Η κάλυψη του διπλανού ήταν ζωτικής σημασίας, γι' αυτόν τον λόγο όποιος εγκατέλειπε την παράταξη, ο "ρίψασπις", ήταν κατάπτυστος τόσο στην Σπάρτη όσο και στον υπόλοιπο αρχαίο ελληνικό κόσμο.Για να αντιμετωπιστεί αυτή η αδυναμία, συνήθως οι στρατηγοί επέλεγαν όπως είπαμε σημεία που θα κάλυπταν τα πλευρά της φάλαγγος. Ο Μιλτιάδης στον Μαραθώνα είχε πεδινό έδαφος, όχι όμως μια απέραντη σε πλάτος πεδιάδα, ώστε να υπάρχει κίνδυνος προσβολής του στρατεύματός του από το ιππικό. Στις Πλαταιές, όπου το πεδίο μάχης ήταν μεγαλύτερο, ο Παυσανίας προβληματιζόταν για μέρες ανησυχώντας για τυχόν προσβολές από το ιππικό. Όταν εξουδετερώθηκε ο αρχηγός των Περσών ιππέων Μασίστιος και χάθηκε το ηθικό του ιππικού τους, τότε ξεκίνησαν οι κυρίως επιχειρήσεις των φαλαγγών των ελληνικών συμμαχικών πόλεων, που έκριναν την νίκη τους στην συγκεκριμένη μάχη. Ένα ακόμα ζήτημα για την φάλαγγα ήταν αν θα είχε μεγάλο μέτωπο (μήκος) ή πολλούς ζυγούς (βάθος). Σε περίπτωση μικρού μετώπου, αν ο εχθρός ήταν υπέρτερος σε δυνάμεις και άρα σε μήκος παράταξης υπήρχε κίνδυνος να περικυκλωθεί(υπερφαλαγγισθεί) και να προσβληθεί στα ευάλωτα πλευρά της – αυτός ο κίνδυνος ονομαζόταν «κύκλωσις». Σε περίπτωση λίγων ζυγών σε βάθος, αν ο εχθρός είχε βάθος περισσότερων ζυγών, η πίεση που θα ασκείτο κατά τον ωθισμό θα ήταν τόσο μεγάλη, ώστε να κινδυνεύει όλη η παράταξη να διασπαστεί και να ανατραπεί– αυτός ο κίνδυνος ονομαζόταν «παράρρηξις». Οι στρατηγοί, λοιπόν, αντιμετώπιζαν αυτόν τον διπλό προβληματισμό και η τακτική τους συνήθως ακροβατούσε μεταξύ των δύο κινδύνων. Στην ουσία ήταν ένας αγώνας δρόμου για να αποφευχθεί η «κύκλωσις» ή η «παράρρηξις». Αν παρέτασσαν την φάλαγγα με μεγάλο βάθος, προσπαθούσαν ταχέως να το εκμεταλλευτούν πριν κυκλωθούν, ώστε να διασπάσουν την αντίπαλη φάλαγγα. Αν, αντιθέτως, παρέτασσαν την φάλαγγα με μεγάλο μήκος και μικρό βάθος προσπαθούσαν να κυκλώσουν και να εξοντώσουν τον εχθρό πριν τους διασπάσει. Στον Μαραθώνα ο Μιλτιάδης μεγάλωσε το μήκος της φάλαγγος ώστε να έχει το ίδιο μήκος με την περσική παράταξη. Για να το πετύχει αυτό παρέταξε το κέντρο του με βάθος τεσσάρων ανδρών, ενώ τα άκρα σε βάθος οκτώ ανδρών. Κατάφερε έτσι να κερδίσει γρήγορα τα περσικά άκρα και στην συνέχεια να βοηθήσει το αδύναμο ελληνικό κέντρο που οπισθοχωρούσε. Οι Σπαρτιάτες, λόγω της έλλειψης μεγάλου αριθμού ανδρών αλλά και της καλύτερης εκπαίδευσης των Ομοίων, παρατάσσονταν συνήθως σε βάθος έξι ανδρών και σπανιότερα σε βάθος δώδεκα ανδρών. Οι υπόλοιπες ελληνικές πόλεις –κράτη παρατάσσονταν σε βάθος οκτώ και σπανιότερα σε βάθος δεκαέξι ανδρών. Όλα αυτά θεωρητικά βεβαίως, γιατί ο αριθμός των αντιμαχόμενων δυνάμεων συνήθως καθόριζε το είδος της παράταξης. Όταν οι Έλληνες αντιμετώπισαν τους Πέρσες, είχαν να αντιπαρατεθούν με παρατάξεις βάθους 40, 50 ή και 100 ζυγών! Όμως αυτές οι παρατάξεις δεν είχαν την συνοχή της οπλιτικής φάλαγγος. Οι λαοί της ανατολής συνήθως μάχονταν με την χρήση ιππικού και τοξεύοντας με χιλιάδες βέλη τον αντίπαλο. Η ποιοτική ανωτερότητα των οπλιτών και το υψηλό ηθικό τους, έδωσε την νίκη στους περσικούς πολέμους.Η φάλαγξ της αρχαιότητας αποτελούνταν από 4.096 οπλίτες διοικούμενους από τον φαλαγγάρχη ή τον στρατηγό. Πολλές φορές υπήρχε διπλή φάλαγγα (διφαλαγγαρχία) με 8.192 άνδρες ή και τετραφαλαγγία με 16.384 άνδρες. Αυτοί οι αριθμοί μάλλον όμως αφορούν περισσότερο την ελληνιστική περίοδο, όπου η φάλαγξ είχε μετασχηματιστεί σε μακεδονική φάλαγξ και όπου οι στρατοί ήταν μεγαλύτεροι. Γενικά, όπως είπαμε, ο αριθμός των οπλιτών και ο τρόπος παράταξης εξαρτώταν από τον διαθέσιμο αριθμό ανδρών. Οι οπλίτες εφορμούσαν στον αντίπαλο με γρήγορο βάδισμα ή ελαφρό τρέξιμο (μάχη του Μαραθώνος). Επειδή, όμως, έτσι κινδύνευε με διάσπαση η παράταξη, ορισμένοι από τους Έλληνες (οι δωρικής καταγωγής), προχωρούσαν βαδίζοντας και ψάλλοντας τους παιάνες. Χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα, αργού και σίγουρου βαδίσματος συνοδευόμενο από παιάνες, αποτελούν οι Σπαρτιάτες.

Λοξή φάλαγξ
.
Επί 3 αιώνες, η καλύτερη φάλαγξ ήταν η σπαρτιατική. Όσοι αντιπαρατέθηκαν μαζί της ηττήθησαν. Οι Θηβαίοι, ήταν σύμμαχοι των Σπαρτιατών μέχρι το τέλος του Πελοποννησιακού Πολέμου. Από τα τέλη του 5ου αιώνα άρχισαν να παρατάσσουν τον στρατό τους σε μεγαλύτερο βάθος από το συνηθισμένο των 8 ή 16 ανδρών. Με τους ιδιοφυείς στρατηγούς και ηγέτες τους, Επαμεινώνδα και Πελοπίδα, τελειοποίησαν αυτήν τους την καινοτομία. Στα Λεύκτρα το 371 π.Χ., ο Επαμεινώνδας ενίσχυσε την αριστερή πτέρυγά του (κέρας). Σχημάτισε φάλαγγα με βάθος 50 ασπίδων, γιατί ήξερε πως το δεξιό μέρος των αντιπάλων κατείχε ο Κλεόμβροτος με τους Σπαρτιάτες οπλίτες, ενώ στις άλλες γραμμές ήταν οι σύμμαχοι των Σπαρτιατών. Πίστευε ότι αν σπάσουν οι Σπαρτιάτες, οι άλλοι θα διαλυθούν. Μπροστά έβαλε τον Ιερό Λόχο, που τον διοικούσε ο Πελοπίδας. Στο κέντρο και στη δεξιά πτέρυγα παράταξε κλιμακωτά λίγους οπλίτες. Μπροστά από όλη την παράταξη έβαλε το άριστο Θηβαϊκό ιππικό. Έτσι η όλη παράταξη είχε λοξό σχηματισμό. Ήταν τολμηρή και ριψοκίνδυνη ενέργεια, αλλά επαναστατική και μεγαλοφυής. Η μάχη ήταν φοβερή και, παρά τη γενναιότητα των Σπαρτιατών, η γραμμή τους έσπασε κι άτακτα πια εγκατέλειψαν το πεδίο της μάχης. Σκοτώθηκαν ο Κλεόμβροτος, 400 συνολικά Σπαρτιάτες και 1.000 άλλοι Λακεδαιμόνιοι. Οι Σπαρτιάτες ζήτησαν ανακωχή για να θάψουν τους νεκρούς τους. Η πρωτοφανής τακτική του Επαμεινώνδα έφερε την ήττα στον δυνατότερο και καλύτερα οργανωμένο στρατό της αρχαίας Ελλάδας. Όλη η Ελλάδα θαύμασε το θρίαμβο του Επαμεινώνδα. Η λοξή φάλαγγα εφαρμόστηκε σαν τακτική και στα επόμενα χρόνια με τα ίδια αποτελέσματα. Βέβαια για να συμβεί αυτό, έπρεπε να αποδυναμωθεί αρκετά η Σπάρτη. Το 479 π.Χ. στις Πλαταιές παρατάχθηκαν 5.000 Όμοιοι και 5.000 Περίοικοι. Από τα μέσα του 5ου αιώνα, μετά τον καταστροφικό σεισμό του 464 π.Χ., την ειλωτική επακόλουθη επανάσταση (γ΄μεσσηνιακός πόλεμος) και τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, ο αριθμός των Ομοίων μειώθηκε δραματικά. Οι Σπαρτιάτες επιστρατεύαν πρώην είλωτες για τις μάχες τους(βρασίδειους, νεοδαμώδεις), και σχημάτιζαν πλέον ενιαία φάλαγγα με τους περιοίκους. Έτσι στα Λεύκτρα η Σπάρτη δεν είχε την δυνατότητα να παρατάξει πολλούς Ομοίους. Η φθορά της θα είχε ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα την ήττα σε κάποια μάχη. Και αυτό έγινε στα Λεύκτρα εξαιτίας της ιδιοφυίας των Θηβαίων στρατηγών.

Μακεδονική φάλαγξ και Λεγεώνα
.
Η λοξή φάλαγξ των Θηβαίων ηττήθηκε από την μακεδονική του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου του Μέγα. Και εδώ επιβεβαιώθηκε αυτό που είπαμε πριν για τους Σπαρτιάτες. Όταν αντιπαρατέθηκαν οι Θηβαίοι και οι Αθηναίοι με τους Μακεδόνες, αφ’ ενός στην Θήβα δεν υπήρχαν στρατηγοί σαν τον Επαμεινώνδα και τον Πελοπίδα και αφ’ ετέρου η Μακεδονία είχε τους πιο άξιους ηγήτορες της ιστορίας της. Η καινοτομία του Φιλίππου, δημιούργησε έναν «οδοστρωτήρα» στο πεδίο των μαχών την μακεδονική φάλαγγα. Το «δάσος» από σάρισσες ισοπέδωνε τον αντίπαλο. Επειδή, όμως αυτή η φάλαγγα ήταν πιο δυσκίνητη από τις προηγούμενες και έχανε πιο εύκολα την συνοχή της, έπρεπε να υποστηρίζεται από βοηθητικά σώματα, τους υπασπιστές και το ιππικό των εταίρων. Την εποχή του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου, η στρατηγική τους ιδιοφυία χάρισε την αιώνια δόξα. 150 χρόνια αργότερα, οι διάδοχοί τους Φίλιππος Ε΄στις Κυνός Κεφαλές (197 π.Χ.) και ο γιος του Περσεύς στην Πύδνα (168 π.Χ.), ηττήθησαν από τις ρωμαϊκές λεγεώνες. Η ήττα τους οφείλεται, πρώτον στο ότι δεν ήταν στρατηγοί του διαμετρήματος του Φιλίππου και του Μεγάλου Αλεξάνδρου και δεύτερον στο ότι οι μακεδόνες βασιλείς είχαν παραμελήσει το ιππικό, στηρίζονταν υπερβολικά στην μακεδονική φάλαγγα που ήταν ευπρόσβλητη χωρίς την ανάλογη υποστήριξη και χρησιμοποιούσαν πολεμικούς ελέφαντες, που διασπούσαν την συνοχή της φάλαγγος κατά την οπισθοχώρησή τους, κάτι που συνέβαινε συχνά στις μάχες. Μοιραία η δυσκίνητη μακεδονική φάλαγξ ηττήθηκε από την ευκίνητη λεγεώνα. Ίσως η πιο ευέλικτη οπλιτική φάλαγξ (και κυρίως η ακμαία σπαρτιατική) να είχε αντιμετωπίσει επιτυχώς την λεγεώνα, που στηριζόταν περισσότερο στην ατομική, συντονισμένη εκπαίδευση των λεγεωνάριων και λιγότερο στην συνοχή μιας φάλαγγος.Αλλά αυτό είναι ένα ερώτημα της ιστορίας που δεν θα απαντηθεί ποτέ. Άλλωστε όταν ηττάται ένα στρατιωτικό σώμα στο πεδίο της μάχης, αυτό ποτέ δεν γίνεται όταν ακμάζει, αλλά όταν παρακμάζει. Αυτό συνέβη με την σπαρτιατική, την θηβαϊκή(λοξή) και την μακεδονική φάλαγγα. Ακόμη και η ρωμαϊκή λεγεώνα την περιόδο της παρακμής ηττήθηκε. Και η ρωμαϊκή αυτοκρατορία πέρασε στην ιστορία.

Δημοσιεύτηκε από τον "Αθανάσιο Διάκο" στο neos-forum στις 22/10/2008