vesper
Εμφάνιση
Λατινικά (la)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- vesper < (κληρονομημένο) πρωτοϊταλική *wesperos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή wek⁽ʷ⁾speros. Συγγενή: αρχαία ελληνική ἕσπερος, παλαιά εκκλησιαστική σλαβονική вєчєръ (večerŭ).
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]vesper αρσενικό
- η εσπέρα
Πηγές
[επεξεργασία]- vesper - Félix Gaffiot, Dictionnaire illustré latin-français, Hachette, 1934 [Φελίξ Γκαφιό, Εικονογραφημένο λατινογαλλικό λεξικό, Ασέτ] (στα γαλλικά)