Μετάβαση στο περιεχόμενο

urbanization

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
urbanization < urbanize + -ation

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

urbanization (en) (αμερικανική γραφή, μη μετρήσιμο)

  1. η αστικοποίηση, η μετατροπή μιας περιοχής σε αστικό κέντρο
    παράδειγμα  Industrialization is often linked with urbanization.
    Η βιομηχανοποίηση συνδέεται συχνά με την αστικοποίηση.
  2. η αστικοποίηση, η αστυφιλία, η διαρκής συγκέντρωση πληθυσμού σε αστικά κέντρα
    παράδειγμα  Urbanization is a characteristic phenomenon of the post-war period.
    Η αστικοποίηση είναι χαρακτηριστικό φαινόμενο της μεταπολεμικής περιόδου.

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]