Μετάβαση στο περιεχόμενο

Vater

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική der Vater die Väter
γενική des Vaters der Väter
δοτική dem Vater den Vätern
αιτιατική den Vater die Väter

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Vater < (κληρονομημένο) μέση άνω γερμανική vater < παλαιά άνω γερμανική fater [1] < πρωτογερμανική *fadēr < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ph₂tḗr [2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈfaːtɐ/
ⓘ 
ⓘ 
τυπογραφικός συλλαβισμός : Va‐ter

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Vater (de) αρσενικό

  1. (οικογένεια) ο πατέρας
    παράδειγμα Er ist stolzer Vater von drei Mädchen.
         Είναι περήφανος πατέρας τριών κοριτσιών.
    ≠ αντώνυμα: Mutter
  2. (βιολογία) ο πατέρας
    παράδειγμα Selbstbefruchtung, also eine Befruchtung ohne Vater, ist bei Säugetieren nicht möglich, wohl aber bei Regenwürmern und bei einigen Schnecken.
         Η αυτογονιμοποίηση, δηλαδή η γονιμοποίηση χωρίς πατέρα, δεν είναι δυνατή στα θηλαστικά, αλλά είναι δυνατή στους γαιοσκώληκες και σε ορισμένα σαλιγκάρια.
  3. ο πατέρας, o ηγέτης
    παράδειγμα Jürgen Schmidhuber gilt als Vater der Künstlichen Intelligenz.
         Ο Γιούργκεν Σμιντχούμπερ θεωρείται ο πατέρας της Τεχνητής Νοημοσύνης.
  4. (εκκλησιαστικός όρος, καθολικισμός) προσφώνηση ιερέων, ο πάτερ
    ≈ συνώνυμα: Pater
  5. (χριστιανισμός) ο Θεός, ο Πατέρας
    παράδειγμα Im Namen des Vaters und des Sohnes und des Heiligen Geistes, Amen.
         Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, αμήν.
  6. (μόνο στον πληθυντικό) οι πρόγονοι, οι πατέρες
    παράδειγμα Das Haus in dem wir wohnen habe ich von meinen Vätern geerbt und eines Tages wird es an unseren Sohn weitergegeben.
         Το σπίτι στο οποίο μένουμε το κληρονόμησα από τους πατέρες μου και κάποια μέρα θα το κληροδοτήσουμε στον γιο μας.
    ≈ συνώνυμα: Ahnen, Vorfahren, Vorväter

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

χαϊδευτικά

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • Vater στη γερμανική Βικιπαίδεια Λήμμα στη γερμανική Βικιπαίδεια

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Vater αρσενικό ή θηλυκό

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ↑ Vater - Duden online.
  2. ↑ Vater @DWDS - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).
  3. ↑ Familienforschung in Westpreußen, ανακτήθηκε στις 20/8/2023 ,



Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Vater αρσενικό ή θηλυκό

  • Pagine Bianche, ανακτήθηκε στις 22/8/2023



Σουηδικά (sv)

[επεξεργασία]

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Vater αρσενικό ή θηλυκό

  • Last names with at least 10 bearers among persons registered on 31 December of each year. Year 1999 - 2020, Statistics Sweden